Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

Η καρέκλα

Στην αρχή δυσκολευόταν να συνηθίσει το χώρο. Περπατούσε διστακτικά, σχεδόν ψηλαφιστά, πολύ κοντά του. Ο φωτισμός ήταν χαμηλός. Έλαμπαν τα αφημένα κοσμήματα πάνω στο τραπέζι, τα κολλημένα σημειώματα στο ψυγείο, οι ζωγραφιές στους τοίχου. Εκμεταλλεύτηκε την ώρα που εκείνος έβαζε κρασί για να ρουφήξει όση μπορούσε από την ατμόσφαιρα του σπιτιού.
Ήρθε πίσω της, την τράβηξε μαλακά μακριά από τις φωτογραφίες και την οδήγησε στο μπαλκόνι. Άφησε το κρασί και το ποτήρι πάνω στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι και άναψε ένα κερί. Εκείνη κάθισε απέναντί του, έβγαλε τα σανδάλια της και δίπλωσε τα πόδια της στα δικά του. Χάρηκε που τον είδε να χαζεύει το ηλιοκαμένο δέρμα. Ύστερα ήπιε μια μεγάλη γουλιά κρασί και του φίλησε το μισό.
- Πότε θα γυρίσουν;
- Έχουμε μέρες μπροστά μας.
Κάθισε πίσω στην καρέκλα της και έκλεισε τα μάτια της. Άφησε το σώμα της να ελαφρύνει. Έχουμε μέρες…

1 σχόλιο:

  1. εκπληκτική σκηνή!κι η σύντομη ερωταπόκριση στο τέλος έχει το βάρος ολόκληρου διαλόγου...πολύ ωραίο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή